ἑτέρωθεν

ἑτέρ-ωθεν (or [suff] ἕτερ-θε Hes.Sc.281, cf. A.D.Adv.194.4), Adv.
A from the other side, Il.1.247, al.; ἐκ δ' ἑτέρωθεν v.l. in Theoc.22.91.
2 in pregnant sense with Verbs of rest, on the other side, opposite, ἕστηκ' Il.3.230, cf. 6.247.
II from another quarter, from outside, Lys. 17.4, Pl.Lg.702c, Arist.EN1121a34, Bato 5.9.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτέρωθεν — from the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετέρωθεν — και ετέρωθε (ΑΜ ἑτέρωθεν) επίρρ. από το άλλο μέρος, από την άλλη μεριά, από την άλλη πλευρά αρχ. 1. στην άλλη μεριά, απέναντι 2. από άλλον τόπο, από άλλο μέρος («ἑτέρωθεν εἰσπράξασθαι», Πλάτ.) [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + επίθ. θεν, που δηλώνει… …   Dictionary of Greek

  • τοὐτέρωθεν — ἑτέρωθεν , ἑτέρωθεν from the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτέρωθε — ἑτέρωθεν from the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CINNAMOLOGUS — apud Plin. l. 10. c. 33. avis est, cinnami surculis privatim nidifcans, quos plumbatis indigenae decutiant sagittis. Idem tradit Aristoteles, l. 9. c. 13. et ex eo Antigonus Carystius, c. 49. qui κιννάμωμον cam vocat. Sratius quoque in Epicedio… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έτερος — έρα, ο (ΑΜ ἕτερος, έρα, ον Α και δωρ. ἅτερος και αιολ. ἄτερος και ιων. οὕτερος και μτγν. θάτερος) 1. (αντ. επιμερ.) άλλος 2. διαφορετικός, αλλιώτικος 3. (με άρθρο) ο έτερος ο ένας από τους δύο («ο έτερος τών κατηγορουμένων») 4. φρ. α) «αφ ετέρου» …   Dictionary of Greek

  • ουδετέρωθεν — οὐδετέρωθεν και οὐδ ἑτέρωθεν (Α) επίρρ. από κανένα από τα δύο μέρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὐδετέρως + επιρρμ. κατάλ. θεν (πρβλ. μηδετέρω θεν)] …   Dictionary of Greek

  • παπποτερόθεν — Μ επίρρ. από προγονική κληρονομιά («ὦ βασιλέων βασιλεῡ... καὶ κράτος τὸ τρισκράτιστον ἀπὸ παπποτερόθεν», Πρόδρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αντί τού ορθ. παππόθεν, με επίδραση τών ετέρωθεν εκατέρωθεν] …   Dictionary of Greek

  • ἑτέρωθ' — ἑτέρωθε , ἑτέρωθεν from the other side indeclform (adverb) ἑτέρωθι , ἑτέρωθι on the other side indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.